δοβλέτι


δοβλέτι
και ντοβλέτι και δουβλέτ, το 1. δυναστεία
2. κυβέρνηση, κράτος
3. φρ. «πάει με το δοβλέτι» — πάει με το μέρος τού πιο ισχυρού κάθε φορά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. devlet «κράτος»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δεβλέτι — το το δοβλέτι. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. ντοβλέτι] …   Dictionary of Greek

  • ντοβλέτι — και δοβλέτι, το (ιδίως για την Τουρκία) κράτος, κυβέρνηση, επικράτεια («αυτοί θα κάψουν την Τουρκιά κι όλο σας το ντοβλέτι», δημ. τραγούδι). [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. devlet] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.